''Μια ιστορια θα σας πω''

Όλα τα παράθυρα του αυτοκινήτου είναι ανοιχτά και παρ'όλα αυτά η ατμόσφαιρα μέσα στο αυτοκίνητο πνιγερή।Κάνει μία από εκείνες τις τρομερές ζέστες του ιουλίου και η μυρωδιά της ασφάλτου φτάνει καυτή στα ρουθούνια μας μεθυστική και σύναμα αποπνιχτική।Πηγαίνουμε παρέα τρείς άντρες και μία γυναίκα προς τα ελληνοβουλγαρικά με επίσημη δικαιολογία κάποια αγορωπωλυσία κτήματος,στην πραγματικότητα όμως κίνητρο ήταν η ανίκητη επιθυμία μας να ξεφύγουμε από την πόλη και την βαρεμάρα της।Έχουμε κρεμάσει χέρια και κεφάλια έξω στη προσπάθεια μας να δροσιστούμε αλλά ματαια αφου ο καυτος αερας χειροτερευει την κατασταση।Απο μακρια αχνοφαινεται ενα χωριο με φυλακες δυο λοφους που φραζουν την εισοδο του,ολα παραμορφωμενα απο την εξατμιση της γης ।Καθως το αυτοκινητο περναει αναμεσα απο τους δυο λοφους επιταγχυνει προς την μοναδικη μας ελπιδα την ιθακη της παγωμενης μπυρας και σκιας ενος πλατανου।Και για καλη μας τυχη δεν μας απογοητευει।Μετα απο πορεια περιπου διακοσιων μετρων αναμεσα απο τα σπιτια του χωριου μπροστα μας εμφανιζεται η οαση μας ετσι οπως την ειχαμε φανταστει।Μικρη πλατεια,στο κεντρο περιφραγμενη μεσα σε πρασινο μαρμαρινη βρυση που τρεχει συνεχεια,απο επανω εχει γραμμενο το ονομα του δωρητη।Μια φλαμουρια δινει την σκια της προστατευτικα στους περαστικους που σκυβουν για να δρισιστουν απο το κρυο νερο της πηγης।Απεναντι ακριβως στα εικοσι βηματα το καφενειο,παραδοσιακο,δυο δεντρα εχουν αναλλαβει εργολαβικα την παροχη σκιας।Λιγοστες οι καρεκλες και περιορισμενοι οι θαμωνες του που λουφαζουν κατω απο την πραστασια της σκιας,διπλα τους δυο σκυλοι με τις γλωσσες εξω δεν κουνιουνται ουτε με σφαιρες।Δεν κουνιεται ουτε φυλλο,ο υπολοιπος κοσμος φαινεται να απολαμβανει την μεσημεριανη του σιεστα।Κατεβαινουμε απο το αυτοκινητο και ορμαμε στην βρυση με το τρεχουμενο νερο,ριχνω στο προσωπο μου μπολικο νερο και στο κεφαλι,ενωνω τα χερια μου σε μια χουφτα και πινω χωρις σταματημο।Φυσικα η ακορεστη διψα μας οδηγησε σε υπερβολες που δεν ειναι του παροντος να αναφερθουν καθως χαρακτηριζουν την ζωωδη μας πλευρα και καταγωγη।Η καταληξη μας ειναι στο καφενειο καθισμενοι στις αβολες ψαθινες καρεκλες με τεντωμενα τα ποδια και ανοιχτα τα χερια οπως οι κοτες।Δεξια μας καθονται καμια δεκαρια γεροντακια δεν μας δινουν σημασια και η παρουσια μας περναει απαρατηρητη।Λενε ιστοριες απο τα παλια και εχουν τοσο αποροφιθει που δεν προσεχουν τιποτα γυρω τους।Η ιδιοκτητρια του καφενειου μας πλησιαζει και ρωταει για παραγγελια,χοντροκαπουλη και νταρντανα στεκει απο πανω μας σαν βουνο,νοιωθω πως αν ανοιξει τα χερια της θα μας αγκαλιασει και τους τεσσερεις με την μια।Σε λιγο ερχονται οι παγωμενες μπυρες συνοδεια μιας βαρβατης χωριατικης με μπολικη φετα।Η διπλανη παρεα των γεροντων εχει επικεντρωθει σε μια ιστορια που λεγεται απο τα κεντρικα προσωπα της παρεας που βρισκονται στη μεση της συναξης।Ο ενας ξερακιανος με σκαμενο το προσωπο με μικρα μαυρα ματια σαν ελιες χωμενα στις βαθιες κονχες του προσωπου,με αναγλυφες ρυτιδες σκαλισμενες στο μετωπο του,φαινεται να μονοπωλει την αφηγηση καθως φταχνει με τον αντιχειρα του το παχυ μουστακι του।Ο αλλος ψυλος,αδυνατος με ανοιχτα χαρακτηριστικα στεκει διπλα του,δεν μιλαει πολυ μονο γνεφει το κεφαλι του καταφατικα που και που κατα την διαρκεια της αφηγησης।Πες απο βαρεμαρα πες απο περιεργεια γινομαστε μαρτυρες μιας ιστοριας που μας ταξιδευει πισω στον χρονο।
Εξηντα χρονια μακρια μα μολις λιγα μετρα κοντα σε ενα απο τους δυο λοφους που φραζουν το χωριο ξημερωνει με την δροσια να εχει απλωθει και καταλαβει ολη την γη।Ανθρωπινες φιγουρες ξεπροβαλλουν σαν σκιες αναμεσα απο τις βελανιδιες,αγκωμαχοντας να περασουν το ρεμα πριν τον λοφο।Ιδια φαντασματα που αναζητουν απεγνωσμενα την λυτρωση ,την ελευθερια κυλιουνται αναμεσα στα πουρναρια।Ειναι δεν ειναι καμια σαρανταρια,κινησεις τους θυμιζουν τρομαγμενα αγριμια που ψαχνουν μερος διαφυγης।Καθε τοσο κοντοστεκονται και αφουγκραζονται τυχον επικινδυνους ηχους και μετα συνεχιζουν τρομαγμενοι।Το βαδισμα τους γατησιο, καθε τους βημα αβεβαιο χωρις μελλον।Μιλουν μια γλωσσα περιεργη βαρια που δεν ταιριαζει με αυτα τα χωματα।Προσπαθουν να περασουν απαρατηρητοι δεν ξερουν ομως πως πανω στον λοφο δυο ματια εχουν καρφωθει πανω τους।Τουτα τα ματια φορουν μαυρο μαλλινο σκουφο και καθονται πανω σε αλογο,πισω του ακολουθουν αλλα πενηντα ζευγαρια ματιων ολα τους οπλισμενα και αγριεμενα।Τουτοι εδω μιλουν μια γλωσσα τραγουδιστη,γαργαρη που ταιριαζει με τα χωματα αυτης της γης।Στεκονται περηφανοι και αγερωχοι και με τα γερακισια ματια τους χτενιζουν την περιοχη προς αναζητησει του θηραματος।Εντοπιζουν την λεια τους και την μπλοκαρουν λιγα μετρα πιο κατω απο τον λοφο।Τα ουνικα τους χαρακτηριστικα δεν τους τρομαζουν καθως τους βλεπουν ετσι φοβισμενους και ταπεινωμενους,μονο που διαλεγουν αναμεσα απο αυτους τεσσερεις-πεντε που μιλουν την δικια τους γλωσσα,ειναι εξωμοτες।Τους βαζουν τα σκαψουν τους ταφους τους ,τους χαλανε και τους θαβουνε επι τοπου αφου πρωτα τους παιρνουν τα κεφαλια ως λαφυρα।Οι αλλοι ανθρωποι με την περιεργη γλωσσα στεκονται φοβισμενοι μπροστα στην σφαγη।Μονο ενας τους ο αρχηγος τους στεκεται ορθιος ψυλος υπερηφανος με αξιοπρεπεια।Ο ανδρας με τον μαυρο σκουφο ξεπεζευει απο το αλογο και πλησιαζει τον αρχηγο τους,εκεινος κατι του λεει αλλα αυτος δεν καταλαβαινει τιποτα,κουναει μονο το κεφαλι του αποδοκιμαστικα।Κατοπιν δινει διαταγη να σκαφτουν λακοι,οση ωρα γινεται αυτη η δουλεια βαζει τον αρχηγο τους να καθισει απεναντι του।Τον εξεταζει με καθε λεπτομερεια με τα ματια του,μισει θανασιμα τον εχθρο του,μεσα του ομως κατα βαθος νοιωθει ενα μεγαλο θαυμασμο για τον αντρα που στεκεται απεναντι του।Πρωτη φορα αντιμετωπιζει εναν τετοιο αντιπαλο που στεκεται απεναντι στο θανατο με τοση αξιοπρεπεια και απαρραμιλο θαρρος।Βγαζει απο την τσεπη του τα τσιγαρα αναβει ενα και του το προσφερει,ο ξενος αξιωματικος το αρπαζει και τραβαει δυο επανωτες τσουρες και ξεφυσαει γεματος αγαλιαση τον καπνο।Ο αντρας με τον μαυρο σκουφο καθεται σταυροποδη διπλα στον ξενο αξιωματικο,εχει στο χερι του μια βεργα και σχεδιαζει στο χωμα με αυτην σχηματα και ανθρωπακια εχοντας τα ματια του καρφωμενα στο κενο।
Την αλλη μερα κατω απο τον λοφο οι λακοι ειναι σκεπασμενοι με χωμα και πανω τους κρανοι και στολες αδειανα।Την ιδια ωρα μερικα χιλιομετρα παραπερα μια ομαδα αντρων περναει τα ελληνοβουλγαρικα συνορα με κουρελισμενα ρουχα και μια κορα ψωμι στην τσεπη τους।Ο αντρας με τον μαυρο σκουφο χαιδευει το αλογο του και ανεβαινει σε αυτο βγαζει τον σκουφο του τον τιναζει και τον ξαναφοραει, μεσα απο τα μαυρα ματια του που ειναι θαμενα βαθεια στις κονχες ζωγραφιζεται η ικανοποιηση του।
Τα χρονια παιρνουν,οι πολεμοι τελειωνουν,αλλοι αρχιζουν ο κοσμος αλλαζει ο ανθρωπος ομως μενει ο ιδιος।Στην ευρωπη ερχεται η ειρηνη και στην Ελλαδα η φτωχια,ενας αντρας με μαυρο παλτο αποχεραταει γυναικα,παιδια και γονεις με κλαματα και μεγαλη στεναχωρια।Φευγει για χωρα στα βορεια οπου θα βρει δουλεια και ψωμι για την οικογενεια του।Περναει γιατρους,εξετασεις,τον στοιβαζουν σε τραινα με αλλους και παιρνει τον δρομο της ξενιτιας।Στο μερος που κατεβαινει ολα ειναι κρυα ο αερας,η γλωσσα,οι καρδιες οι ανθρωποι, τα κτηρια।Το κρεβατι του δωματιου ξενο τα παραθυρα μικρα και μονο το μαυρο του παλτο παρηγορια του।Στη δουλεια στο χυτηριο την δευτερη μερα νοιωθει μεγαλη απελπισια τον πνιγουν ολα δεν μπορει να ανασανει।Δεν ξερει ομως οτι δυο ματια τον παρακολουθουν απο τον εξωστη του εργοστασιου।Την αλλη μερα τον φωναζουν στο γραφειο να παρουσιαστει στο εργοδηγο του।Οι δυο αντρες καθονται ο ενας απεναντι στον αλλον οπως πριν δεκαεφτα χρονια।Εχουν αλλαξει πολυ αλλα τα ματια τους παρεμειναν ιδια।Ο αντρας με το μαυρο παλτο μπαινει υπο την προστασια του και γρηγορα γινεται κατι σαν εργοδηγος।Αργοτερα τα παιδια τους θα κανουν παρεα και μαλιστα θα βαφτισουν και τα παιδια τους μεταξυ τους।Τωρα κανουν διακοπες σε καποιο ελληνικο νησι μαζι।Τα δυο γεροντακια χτυπουν τα ποτηρια της μπυρας μεταξυ τους και ακολουθως τα πινουν μονορουφη.σηκωνονται αργα απο τις καρεκλες χαιρετουν τον κοσμο και φευγουν μαζι,τους περιμενει το φαγητο στο σπιτι।Μονο που ο ψυλος με τα γαλαζια ματια κοντοστεκεται για λιγο κοιταει προς το λοφο που πριν εξηντα χρονια πατησε με την μποτα του,γυριζει προς εμας και μας χερεταει σε σπαστα ελληνικα।Δεν θα πω τις συνηθισμενες παρλες αλλωστε η ιστορια μιλαει απο μονη της।Μονο κατι,οι ανθρωποι αυτοι μπορει να σκοτωσαν να κατανε σφαγες και οργια αλλα στην πρωτη ευκαιρια που τους δοθηκε φανηκαν ανθρωποι।Ο γερμανος δεν σταματησε ποτε να ειναι ναζι και ο ελληνας σταλινικος ισως και αμετανοητος και οι δυο τους δεν σταματησαν να ειναι ποτε τους ΑΝΘΡΩΠΟΙ!!(Ο γερμανος αξιωματικος πεθανε πριν μερικα χρονια,η ιστορια ειναι περα για περα αληθινη)Αφιερωμενο στον καπεταν- Γιωργο που εφυγε απο τον κοσμο μας πριν δυο μηνες σε ηλικια εννενηντα χρονων।Τους ευχομαι καπου εκει ψυλα να πινουν παγωμενη μπυρα κατω απο καποια σκια λεγοντας παλιες ιστοριες.

Σχόλια